Γιάννη Π. Αλαβάνου, Δικηγόρου, Κάνιγγος 27, 106 82 Αθήνα
Με την ευκαιρία των γεγονότων που συνέβησαν στις 28.03.2015, κατά την τακτική Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.) της Ενώσεως Προσώπων (Σωματείου) με την επωνυμία «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις», θα ήθελα να επισημάνω τα παρακάτω:
Ο λόγος που ασχολούμεθα με ένα ιδιωτικό Σωματείο, είναι ότι κατά έναν περίεργο τρόπο, είναι το μόνο Σωματείο Τηνίων που διαμένουν στην Αθήνα, του οποίου μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) συμμετέχουν ως μέλη του εκλεκτορικού σώματος για την ανάδειξη της Διοικούσας Επιτροπής (Δ.Ε.) του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, Π.Ι.Ι.Ε.Τ., σύμφωνα με τον Ν.349/1976 (ΦΕΚ 149/19.06.1976).
Άξιον απορίας είναι για ποιον λόγο επελέγη αυτό το Σωματείο, από τα δεκάδες άλλα παρόμοια Σωματεία στα οποία συμμετέχουν Τήνιοι που κατοικούν στην Αθήνα, ή εν πάση περιπτώσει, δεν επελέγη η δημοκρατικότερη λύση της συμμετοχής εκπροσώπων από όλα τα Σωματεία που έχουν έδρα την Αθήνα, και συμμετέχουν σε αυτά Τήνιοι, και συνεπώς εκπροσωπούν την παροικία των εν Αθήναις Τηνίων.
Στις 28 Μαρτίου 2015 συνήλθε η Γενική Συνέλευση του Σωματείου «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις», σε απαρτία, με θέμα, μεταξύ άλλων, την έγκριση των πεπραγμένων του Διοικητικού Συμβουλίου.
Στη Γενική αυτή Συνέλευση ελήφθησαν, μεταξύ άλλων, οι παρακάτω αποφάσεις:
1) Μη έγκρισις των πεπραγμένων του Δ.Σ. για το έτος 2014.
Τα μέλη της Γ.Σ. αναφέρθηκαν ιδιαίτερα στην απόφαση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) να συμμετάσχουν, κατά τις αρχαιρεσίες της 7ης Δεκεμβρίου 2014, ως μέλη του εκλεκτορικού σώματος, προς ανάδειξη των μελών της Διοικούσας Επιτροπής του Π.Ι.Ι.Ε.Τ..
2) Να επιδοθεί ψήφισμα διαμαρτυρίας στην Κυβέρνηση και στα πολιτικά κόμματα και να δημοσιοποιηθεί, με το οποίο τα μέλη της Γ.Σ. του εν λόγω Σωματείου διαμαρτύρονται για τις διατάξεις των άρ.26παρ.3, 50 και 51παρ.6 του Ν.4301/2014, που καθιστούν το Π.Ι.Ι.Ε.Τ. εκκλησιαστικό ίδρυμα.
3) Ομόφωνα αποφασίζουν ότι η μη έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ., οδηγεί σε παύση των μελών του και ορίζεται μετά από πρόταση μέλους, ως Προσωρινή Διοίκηση, και για περιορισμένο χρόνο, το παρόν Δ.Σ..
4) Αποφασίστηκε ότι, από τώρα και στο εξής, το Σωματείο «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις» θα συμμετέχει στο εκλεκτορικό σώμα για την ανάδειξη μελών της Δ.Ε. του Π.Ι.Ι.Ε.Τ. με δύο εκλέκτορες, αντί των επτά που προβλέπει ο Νόμος και συμμετείχε μέχρι σήμερα.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ:
1) Μη έγκρισις των πεπραγμένων του Δ.Σ. για το έτος 2014.
Τα μέλη της Γ.Σ. αναφέρθηκαν ιδιαίτερα στην απόφαση των μελών του Δ.Σ. να συμμετάσχουν, κατά τις αρχαιρεσίες της 7ης Δεκεμβρίου 2014, ως μέλη του εκλεκτορικού σώματος, προς ανάδειξη των μελών της Διοικούσας Επιτροπής του Π.Ι.Ι.Ε.Τ..
Σύμφωνα με τα παγίως κρατούντα στη νομική θεωρία και νομολογία, το Σωματείο αυτό είναι Ένωση Προσώπων, του οποίου η σύσταση και η λειτουργία διέπεται από τα άρθρα 61επόμ. του Αστικού Κώδικα, καθώς και από τις διατάξεις του από 1972 Καταστατικού αυτού.
Το Διοικητικό Συμβούλιο εκπροσωπεί το Σωματείο σε κάθε πράξη η οποία κατευθύνεται στην εκπλήρωση του σκοπού του, ο οποίος και οριοθετεί την αντιπροσωπευτική του εξουσία, η οποία, όπως ορίζει η διάταξη του άρ.68παρ.1ΑΚ, προσδιορίζεται από την ιδρυτική πράξη ή το Καταστατικό του Σωματείου.
Μόνο για συναλλαγές εντός των ορίων του σκοπού υπάρχει εξουσία εκπροσώπησης, η οποία υπόκειται, βέβαια, σε περαιτέρω περιορισμούς έναντι τρίτων, προβλεπόμενους στο Καταστατικό (άρ.68παρ.1ΑΚ), όπως η υποχρέωση του Δ.Σ. προηγούμενης λήψης σύμφωνης απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μελών για ορισμένα θέματα. Ο περιορισμός αυτός της εκπροσωπευτικής εξουσίας του Δ.Σ., πρέπει είτε να προβλέπεται ρητά στο Καταστατικό, είτε να συνάγεται ερμηνευτικά (άρ.200ΑΚ) από τον σκοπό του Νομικού Προσώπου (Σωματείου). Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Δ.Σ. υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες στη Γενική Συνέλευση για την πορεία των υποθέσεων του Σωματείου, και εν τέλει λογοδοτεί ενώπιον της.
Κατά, δε, το άρ.68εδ.γ’ΑΚ, η εξουσία του Δ.Σ., σε περίπτωση αμφιβολίας, εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη, και όχι μόνο στις διαχειριστικές. Αν δεν υπάρχει, δηλαδή, αντίθετη ρύθμιση, στην αντιπροσωπευτική εξουσία του Διοικούντος Προσώπου περιλαμβάνεται και κάθε άλλη πράξη, η οποία δεν μνημονεύεται μεν στην ανάθεση, αλλά όμως αναγκαίως συνάπτεται με την ανατεθείσα πράξη.
Το Διοικητικό Συμβούλιο, ως συλλογικό όργανο, λαμβάνει τις αποφάσεις του μόνο με τη διαδικασία και τις διατυπώσεις που προβλέπουν το Καταστατικό και ο Νόμος. Σιωπηρή λήψη αποφάσεων, όπως λ.χ. δια της επιδείξεως ορισμένης συμπεριφοράς ή δια της υιοθετήσεως ορισμένης πρακτικής, αντίκειται στους ως άνω θεμελιώδεις κανόνες λειτουργίας του Διοικητικού Οργάνου.
Συμπληρωματικά, δε, των ως άνω διατάξεων των άρθρων του Αστικού Κώδικα, εφαρμόζονται αναλογικά και οι διατάξεις των άρθρων περί εντολής και αντιπροσώπευσης του Κώδικος αυτού, όσον αφορά στη λειτουργία και δράση ενός Σωματείου, ιδίως δε στην έκταση εξουσίας των Διοικούντων αυτού Προσώπων, τις διαχειριστικές αυτών πράξεις, ειδικά όταν τα πρόσωπα αυτά ενεργούν εκτός του σκοπού του Σωματείου, του Καταστατικού αυτού, ή και του ιδίου του Νόμου.
Κατά, δε, το άρ.717ΑΚ, ο εντολοδόχος -ήτοι το Δ.Σ.- μπορεί να παρεκκλίνει από τα όρια της εντολής, μόνο όταν αδυνατεί να ειδοποιήσει τον εντολέα και είναι συγχρόνως φανερό ότι ο εντολέας θα το είχε επιτρέψει, αν γνώριζε τα περιστατικά που προκάλεσαν την παρέκκλιση. Στο πλαίσιο ασκήσεως των ανωτέρω καθηκόντων του, το Δ.Σ. είναι υπεύθυνο έναντι του Σωματείου και των τρίτων για κάθε πταίσμα (ΑΚ68εδ.δ’, 70, 71εδ.β’, 714), εκτός αν ενήργησε κατόπιν εντολής υπερκείμενου οργάνου, δηλαδή της Γενικής Συνελεύσεως και η συγκεκριμένη ενέργειά του δεν ήταν αντίθετη στο Νόμο ή το Καταστατικό.
Σημαντικό, επίσης, είναι ότι οι τρίτοι οι οποίοι συναλλάσσονται, μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου, με το Σωματείο οφείλουν να εξετάζουν κάθε φορά εάν η συγκεκριμένη ενέργεια του Δ.Σ. κινείται εντός των πλαισίων του σκοπού του Σωματείου, καθώς και τα όρια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, όπως αυτή προσδιορίζεται από το Καταστατικό του Σωματείου, στις διατάξεις του οποίου μπορούν να προσφύγουν μέσω των βιβλίων του αρμόδιου Πρωτοδικείου, και σήμερα Ειρηνοδικείου, στα οποία είναι καταχωρημένο.
Οι θεσπιζόμενοι περιορισμοί της εξουσίας του Δ.Σ. του Σωματείου έναντι των τρίτων ισχύουν και ως προς τους καλόπιστους εξ αυτών, που δεν δικαιούνται να αντιτάξουν άγνοια των σχετικών ρυθμίσεων. Αν, δε, τελούνται κατά παράβασή τους πράξεις, θα πάσχουν ακυρότητα, ανεξάρτητα από την καλή ή την κακή πίστη των τρίτων.
Όποιος, επομένως, επικαλείται δέσμευση του Νομικού Προσώπου (Σωματείου) από δικαιοπραξία της Διοικήσεώς του, φέρει και το σχετικό βάρος αποδείξεως. Προς τον σκοπό αυτόν αρκεί να επικαλείται και να αποδεικνύει σχετική καταστατική διάταξη που ορίζει τις αρμοδιότητες και εξουσίες της Διοικήσεως.
Η έγκριση, εντούτοις, της Γ.Σ. ισχυροποιεί τη δικαιοπραξία που καταρτίστηκε από όργανο που δεν είχε εξουσία, ενώ αρρύθμιστη περίπτωση ανήκει άνευ ετέρου στην αρμοδιότητα της Συνέλευσης, αν, δε, υπάρχουν κενά, κρίνεται και πάλι ότι η εξουσία ανήκει στη Γενική Συνέλευση, με την ιδιότητά της ως κυρίαρχου οργάνου.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, η Γενική Συνέλευση έχει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να εγκρίνει τα πεπραγμένα του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε εκ των προτέρων είτε εκ των υστέρων, οπότε και απαλλάσσει το Δ.Σ. από κάθε ευθύνη για την διαχείριση την οποία ενήργησε. Στην έννοια των πεπραγμένων υπάγονται, επομένως, τόσο οι διαχειριστικές πράξεις, καθώς και οι συναφείς ως προς την διαχείριση και την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. πράξεις, που θα πρέπει πάντοτε να εμπίπτουν στα πλαίσια των σκοπών του Σωματείου, αλλά και στη θέληση των μελών.
Η, δε, απαλλαγή αφορά σε όλα τα μέλη του Δ.Σ., καλύπτει όλες ή ορισμένες εκ των πράξεων διαχειρίσεως των υποθέσεων του Σωματείου, και μέσω αυτής το Σωματείο αναγνωρίζει ως έγκυρες τις ανωτέρω πράξεις διαχειρίσεως και παραιτείται του δικαιώματός του να εγείρει κατά των μελών του Δ.Σ. οποιαδήποτε αξίωση εξ αυτής της αιτίας.
Στην προκειμένη περίπτωσή μας, η Γενική Συνέλευση των μελών του Σωματείου, στις 28.03.2015, προέβη σε μη έγκριση των πεπραγμένων του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά την αυθαίρετη ενέργεια του τελευταίου, όπως όλως ανομιμοποίητα και χωρίς καμία προς τούτο έγκριση (τόσο πρότερη όσο και ύστερη) της Γενικής Συνέλευσης των μελών του Σωματείου, πήρε την απόφαση να συμμετάσχει στις αρχαιρεσίες της 7ης Δεκεμβρίου 2014, για την ανάδειξη Διοικούσας Επιτροπής του Π.Ι.Ι.Ε.Τ..
Η ως άνω ενέργεια του Διοικητικού Συμβουλίου υπερέβη τις αναγνωρισμένες και θεσμοθετημένες εξουσίες που του έχουν παρασχεθεί από το Καταστατικό του Σωματείου, τα μέλη του Συμβουλίου δρώντων κατά κατάχρηση των εκπροσωπευτικών τους καθηκόντων, ενώ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προάσπισαν τους επιδιωκόμενους σκοπούς δράσης του Σωματείου, τουναντίον υπερακοντίζουν αυτούς και αντιτίθενται στα συμφέροντά του, (βλέπε άλλωστε και το Ψήφισμα που εξέδωσε η Γ.Σ., στις 28.03.2015, και κοινοποίησε προς όλους τους Φορείς, όπου διαμαρτύρεται κατά των επίδικων διατάξεων του Ν.4301/2014).
Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, με τη συμμετοχή τους στις εκλογές ανάδειξης Διοικούσης Επιτροπής του Π.Ι.Ι.Ε.Τ., όφειλαν, ως ήδη ανελύθη κατά την προεπισκόπηση της νομικής θεωρίας, όχι μόνο να ενημερώσουν, αλλά και να ζητήσουν ρητή έγκριση των μελών της Γ.Σ., αφ’ ης στιγμής σκόπευαν να υπερβούν την ανατεθειμένη σε αυτά εξουσία, προκειμένου να ισχυροποιήσουν τη σκοπούμενη δράση τους. Μη έγκριση από μέρους της Γ.Σ. θα μπορούσε να επιτραπεί μόνο σε περίπτωση αδυναμίας από μέρους του Δ.Σ. να την ειδοποιήσει, ενώ θα ήτο συγχρόνως φανερό, ότι η Γενική Συνέλευση θα προέβαινε σε τέτοιου είδους έγκριση, αν το υπό κρίσιν θέμα ετίθετο ενώπιόν της.
Εν προκειμένω, όμως, εικαζόμενη συναίνεση της Γενικής Συνελεύσεως αποκλείεται να είχε νοηθεί, αντιθέτως, δε, μόνο άρνηση μπορούσε να συναγάγει ο μέσος συνετός και σώφρων άνθρωπος, δεδομένων των πλείστων αντιδράσεων, ακόμη και δημόσιων εκδηλώσεων, ιδίως, δε, μετά τη διενεργηθείσα Λαϊκή Συνέλευση των Δημοτών του Δήμου Τήνου, στις 02.11.2014, όπου με πρόσκληση του Δημάρχου και του Δημοτικού Συμβουλίου Τήνου, όλος ο λαός ομόφωνα κατήγγειλε τις αντισυνταγματικές και παράνομες διατάξεις των άρ.26παρ.3, 50 και 51παρ.6 του Ν.4301/2014, που κατέστησαν το Π.Ι.Ι.Ε.Τ. εκκλησιαστικό ίδρυμα, εξέδωσαν Ψήφισμα, και εξέλεξαν Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα για την ανατροπή του καθεστώτος αυτού και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Μετά τη Λαϊκή αυτή Συνέλευση, ακολούθησε πλήθος δημοσιευμάτων στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, καθώς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τη συμμετοχή χιλιάδων λαού. Όλοι διαμαρτύρονταν και όλοι δήλωναν ότι είναι κατά των διατάξεων αυτών του Νόμου. Σε καμία περίπτωση, μετά από όλα αυτά, δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιο μέλος του Δ.Σ. του Σωματείου «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις» ότι ήταν βέβαιο πως τα μέλη του Σωματείου, κατ’ εξαίρεσιν από όλους του Τηνίους, ήταν ποτέ δυνατόν να ετάσσοντο υπέρ των νέων αντισυνταγματικών διατάξεων που καθιστούσαν το Π.Ι.Ι.Ε.Τ. εκκλησιαστικό ίδρυμα. Είχαν λοιπόν όλον το χρόνο, από τις 02.11.2014 έως και τις 07.12.2014, ένα μήνα δηλαδή, να καλέσουν και να ερωτήσουν τα μέλη τους, τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν και αν έπρεπε να συμμετάσχουν στις αρχαιρεσίες. Τούτο δεν το έπραξαν, για τους λόγους που τα μέλη του Δ.Σ. γνωρίζουν καλύτερα, και δεν άργησε να έρθει η απάντηση της Γενικής Συνελεύσεως.
Στις 28.03.2015, η Γενική Συνέλευση του Σωματείου δεν ενέκρινε τα πεπραγμένα του Διοικητικού Συμβουλίου και αποδοκίμασε τα μέλη του, ιδιαίτερα την πράξη συμμετοχής τους στις αρχαιρεσίες ανάδειξης Δ.Ε. του Π.Ι.Ι.Ε.Τ, με άμεση συνέπεια να οδηγήσει το Δ.Σ. σε παύση, όπως προβλέπεται και από τη διάταξη του άρθρου 94ΑΚ.
Όπως παραπάνω προαναφέρθηκε, για ό,τι κείται εκτός των ορίων του Καταστατικού, ομοίως, δε, και του σκοπού του σωματείου και της θελήσεως των μελών (ήτοι, εκτός των ορίων της βασικής σχέσης), εξουσία αντιπροσώπευσης δεν μπορεί να θεμελιωθεί. Συν τοις άλλοις, γίνεται παγίως δεκτό (τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία) ότι απόφαση, η οποία έχει μεν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά αποφάσεως, όμως έχει ληφθεί κατόπιν βαρύτατων παραβιάσεων των διατάξεων του Καταστατικού, όπως εν τοιαύτη περιπτώσει, κατά προφανή υπέρβαση της εκπροσωπευτικής εξουσίας και αρμοδιότητας του Δ.Σ., είναι ελαττωματική, και συνεπώς άκυρη.
2) Να επιδοθεί ψήφισμα διαμαρτυρίας στην Κυβέρνηση και στα πολιτικά κόμματα και να δημοσιοποιηθεί, με το οποίο τα μέλη της Γ.Σ. του εν λόγω Σωματείου διαμαρτύρονται για τις διατάξεις των άρ.26παρ.3, 50 και 51παρ.6 του Ν.4301/2014, που καθιστούν το Π.Ι.Ι.Ε.Τ. εκκλησιαστικό ίδρυμα.
Πράγματι, η Γενική Συνέλευση του Σωματείου «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις» συνέταξε ψήφισμα, με το οποίο συντάσσεται με το λαό της Τήνου, όλους τους Τηνίους και τους Φορείς της νήσου Τήνου, κατά των επίμαχων αντισυνταγματικών διατάξεων του Ν.4301/2014 και ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Το ψήφισμα αυτό κοινοποιήθηκε σε όλους τους φορείς ∙ και τα μέλη του Σωματείου, κατά τρόπο σαφή, κατηγορηματικό και πανηγυρικό, δήλωσαν, εμμέσως πλην σαφώς, για ακόμα μία φορά την αντίθεσή τους με την ενέργεια των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, να συμμετάσχουν στις αρχαιρεσίες της 7ης Δεκεμβρίου 2014, για την ανάδειξη Διοικούσας Επιτροπής του Π.Ι.Ι.ΕΤ..
3) Ομόφωνα αποφασίζουν ότι η μη έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ., οδηγεί σε παύση των μελών του και ορίζεται μετά από πρόταση μέλους, ως Προσωρινή Διοίκηση, και για περιορισμένο χρόνο το παρόν Δ.Σ.
Τα μέλη της Γενικής Συνέλευσης, στις 28 Μαρτίου 2015, σχεδόν ομόφωνα, δήλωσαν ότι δεν εγκρίνουν τα πεπραγμένα από μέρους του Δ.Σ., αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτόν την ακυρότητα των γενομένων πράξεων στις οποίες αυτό προέβη, καθώς και των συναφών αυτών, αλλά και των αποφάσεων οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσιο μη νομίμων διαχειριστικών πράξεων, τη μη δέσμευσή του έναντι οιουδήποτε τρίτου, συνεπεία των πράξεων αυτών, την μη απαλλαγή των μελών του Δ.Σ. από τυχόν ευθύνες ή αξιώσεις, οι οποίες ήθελε προκύψουν, επιφυλασσόμενο σε κάθε περίπτωση παντός νομίμου δικαιώματός του.
Η μη έγκριση των πεπραγμένων Διοικητικού Συμβουλίου από την Γ.Σ. κατά την ετήσια - τακτική γενική συνέλευσή της θέτει ζήτημα παύσεως των μελών του Δ.Σ.. Ανάλογο, δε, ζήτημα δημιουργείται και όταν η Γενική Συνέλευση άρει την εμπιστοσύνη της προς το Δ.Σ. ή διατυπώσει μομφή εναντίον του.
Εκτός από την παύση του Δ.Σ. ή μέλους του, το Καταστατικό μπορεί να προβλέψει τη δυνατότητα εκπτώσεως του μέλους του Δ.Σ., λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου ή άλλων οριζόμενων σε αυτό περιπτώσεων. Έκπτωση του Δ.Σ. προβλέπουν, επίσης, με περιοριστική απαρίθμηση, και τα άρ.32παρ.2 και 33 του Ν.281/1914 περί Σωματείων, και, μάλιστα, όταν διαπιστωθεί βεβαιωμένη παράβαση του Νόμου ή του Καταστατικού, διαχειριστική ή διοικητική ανωμαλία, κ.λπ.
Η παύση των μελών της Διοικήσεως μπορεί να γίνει και με ανάκληση της εκλογής τους, -ρητά, δε, ορίζει το άρ.724ΑΚ ότι «Ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε… Αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη…». Σε κάθε, όμως περίπτωση, παγίως γίνεται δεκτό ότι στα Νομικά Πρόσωπα σωματειακής μορφής η Συνέλευση, με την ιδιότητά της ως ανωτάτου οργάνου, μπορεί οποτεδήποτε να παύει τα μέλη της Διοικήσεως, όλα ή ορισμένα εξ αυτών, με ρητή ή σιωπηρή ανάκληση, ενώ σύμφωνα, δε, και με το άρ.94εδ.1ΑΚ, η Διοίκηση ελέγχεται και εποπτεύεται από τη Συνέλευση, η ίδια δε Συνέλευση έχει δικαίωμα να παύει οποτεδήποτε τα όργανα της Διοικήσεως.
Το αυτό δικαίωμα της Γ.Σ. ορίζει και προασπίζει ρητά και το από 1972 Καταστατικό του Σωματείου «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις», στο αρ.8 αυτού, και συγκεκριμένα όταν αναφέρει ότι «Παν μέλος το οποίον αντιδρά εις τας επιδιώξεις και τους σκοπούς του Σωματείου…. ή η διαγωγή του είναι οπωσδήποτε ασυμβίβαστος με την αξιοπρέπειαν και τα συμφέροντα του Σωματείου, υπέχει πειθαρχική ευθύνη και υπόκειται εις πειθαρχικάς κυρώσεις κατά τα κατωτέρω οριζόμενα….. οριστική αποβολή επιβαλλόμενη συμφώνως προς τα διατάξεις του άρθρου 88 του Αστικού Κώδικος.».
Ενόψει των εκτεθέντων, μετά τη μη έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ., από μέρους της Γ.Σ., αίτια των όλως αυθαίρετων, ανομιμοποίητων, παρά τις αντιδράσεις σχεδόν όλων των μελών του Σωματείου, και ενάντια στο Καταστατικό και τον σκοπό του τελευταίου, δράσεων, αποφάσεων και συναφών αυτών πράξεων του Δ.Σ., και την επακολουθούσα κήρυξη εκπτώτων των μελών του, άλλως παύσεως αυτών, προκύπτει άμεσα η ανάγκη και υποχρέωση διορισμού Προσωρινής Διοικήσεως του Σωματείου.
Ο διορισμός της Προσωρινής Διοικήσεως πρέπει να λάβει χώρα μετά από αίτηση, οιουδήποτε έχει προς τούτο έννομο συμφέρον -όχι δε από τα μέλη εκείνα της Διοικήσεως του Σωματείου, που από τη δική τους συμπεριφορά η Διοίκηση έγινε ελλιπής-, στο Ειρηνοδικείο (άρ.69ΑΚ). Ο Ειρηνοδίκης, και όχι η Γενική Συνέλευση των μελών, όπως μη νομίμως και λόγω αγνοίας του Νόμου συνέβη στην προκειμένη περίπτωση του Σωματείου «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις», με την απόφασή του, εκτός του διορισμού της Προσωρινής Διοικήσεως, προβαίνει και στην κατανομή των αξιωμάτων που προβλέπονται στο Καταστατικό, αφού δεν υπάρχει περιορισμός στον νόμο, και στην έννοια του διορισμού της Προσωρινής Διοίκησης περιλαμβάνεται και η κατανομή των αξιωμάτων. Η απόφαση περί διορισμού Προσωρινής Διοίκησης καθορίζει, επίσης, τον χρόνο θητείας των μελών της, ο οποίος και είναι ενιαίος για όλα τα μέλη.
Η εξουσία της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής, επομένως, και ενόψει του ότι δεν υπάρχει από το νόμο αντίθετη ρύθμιση, οριοθετείται με την δικαστική απόφαση, η οποία, αν συντρέξει λόγος, μπορεί να μεταρρυθμιστεί για την επέκταση της οριοθετημένης εξουσίας της Διοίκησης.
4) Αποφασίστηκε, ότι από τώρα και στο εξής το Σωματείο «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις» θα συμμετέχει στο εκλεκτορικό σώμα για την ανάδειξη μελών της Δ.Ε. του Π.Ι.Ι.Ε.Τ. με δύο εκλέκτορες, αντί των επτά που προβλέπει ο Νόμος και συμμετείχε μέχρι σήμερα.
Εδώ, θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της συγκρότησης του εκλεκτορικού σώματος, και της συμμετοχής των εκλεκτόρων στην διαδικασία των αρχαιρεσιών ανάδειξης Διοικούσας Επιτροπής του Π.Ι.Ι.Ε.Τ..
Όπως είναι ήδη γνωστό, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.349/1976 «Περί Διοικήσεως του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου», ο Περιφερειάρχης ζητεί από τους Φορείς, και συγκεκριμένα από το εν λόγω Σωματείο, τα ονόματα των επτά πρώτων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, (άρ.2παρ.3εδ.γ’ του Νόμου αυτού), ώστε να καταρτίσει τον πίνακα των εκλεκτόρων που θα λάβουν μέρος στις αρχαιρεσίες. Κατά το στάδιο αυτό, είναι υποχρεωτική η αποστολή προς τον Περιφερειάρχη των ονομάτων των μελών του Δ.Σ., για την κατάρτιση του πίνακα των εκλεκτόρων και τη νόμιμη συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος.
Στη συνέχεια, όμως, η συμμετοχή ή η μη συμμετοχή (αποχή) των εκλεκτόρων στις αρχαιρεσίες είναι απόφαση που ανήκει στα μέλη του εκλεκτορικού σώματος. Έτσι, εδώ θα πρέπει να εντάξουμε και την απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως, της 28ης Μαρτίου 2015, ότι το Σωματείο θα πρέπει να συμμετέχει στις αρχαιρεσίες με δύο εκλέκτορες.
Όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η Γ.Σ. είναι το κυρίαρχο όργανο του Σωματείου και έχει το δικαίωμα να επιβάλλει στα μέλη του Δ.Σ., τα οποία είναι υποχρεωμένα να σέβονται τη θέληση των μελών του, να συμμορφώνονται με την πιο πάνω απόφαση. Αν, παρόλα ταύτα, τα μέλη του Δ.Σ. που είναι και μέλη του εκλεκτορικού σώματος πράξουν διαφορετικά και συμμετάσχουν στις αρχαιρεσίες, η Γ.Σ. έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εκλογή των μελών που δεν πειθαρχούν ή αμέσως να τα παύσει. Αν παρά ταύτα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου λάβουν μέρος στις αρχαιρεσίες, ενάντια στη θέληση των μελών της Γ.Σ., τότε η Γ.Σ. έχει το δικαίωμα να τους επιβάλει πειθαρχική ποινή ή και πρόστιμο.
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση αυτής της Γενικής Συνελεύσεως απευθύνεται και προς την Πολιτεία, και αποτελεί πρόταση για αλλαγή του Νόμου και συγκεκριμένα της συνθέσεως του εκλεκτορικού σώματος και της συμμετοχής κάθε Φορέα σε αυτό. Η συζήτηση αυτή πρέπει να γίνει με τη συμμετοχή όλων των Φορέων της Τήνου, ώστε το εκλεκτορικό σώμα να είναι αντιπροσωπευτικό, τόσο για τους Τηνίους κατοίκους της Τήνου, όσο και για τους Τηνίους που κατοικούν εκτός Τήνου, και ιδιαίτερα στην Αθήνα.
⃰ ⃰
Η ιδιοκτησιακή αντίληψη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενώσεως Προσώπων (Σωματείου) της «Αδελφότης των Τηνίων Εν Αθήναις», καθίσταται φανερή και από το γεγονός, ότι προκειμένου να επανεγγράψουν παλαιά μέλη, τα οποία είχαν διαγραφεί προ πολλών ετών, λόγω μη καταβολής δύο ετών εισφορών τους προς το Σωματείο, ζητούν από τα μέλη αυτά να καταβάλουν τις εισφορές όλων των προηγουμένων ετών, προκειμένου να τα εγγράψουν ως μέλη του Σωματείου. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι τα παλαιά αυτά μέλη, προκειμένου να εγγραφούν ως μέλη του Σωματείου, θα πρέπει να καταβάλουν από 200 έως 300 ευρώ το καθένα. Η ενέργεια αυτή του Δ.Σ. είναι παράνομη, πέραν πάσης λογικής και προπάντων αντικαταστατική, αφού πρακτικά καθιστά απαγορευτική την επανεγγραφή παλαιών μελών.
Συγκεκριμένα, το άρ.4 του από 1972 Καταστατικού του Σωματείου αναφέρει επί λέξει: «Μέλη καθυστερούντα την καταβολήν της εισφοράς των επί διετίαν και πλέον διαγράφονται δι’ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, δυναμένου να επανεγγράψει ταύτα άμα την καταβολή των καθυστερουμένων εισφορών.».
Σύμφωνα με το άρθρο αυτό του Καταστατικού, τα παλαιά μέλη που έχουν διαγραφεί λόγω μη καταβολής της ετήσιας εισφοράς προς το Σωματείο για δύο χρόνια, μπορούν να επανεγγραφούν καταβάλλοντας τις καθυστερούμενες εισφορές, δηλαδή τις εισφορές εκείνες που δεν κατέβαλλαν και εξαιτίας της μη καταβολής διεγράφησαν.
«Καθυστερούμενη εισφορά» είναι η εισφορά εκείνη την οποία οφείλει μέλος του Σωματείου και πρέπει να καταβληθεί εντός ορισμένης προθεσμίας, παρελθούσης της οποίας, η απαίτηση για την καταβολή της κατέστη ληξιπρόθεσμος. Δύο λοιπόν είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, για την πραγμάτωση της έννοιας της «καθυστερούμενης εισφοράς» :
α) το πρόσωπο που καθυστερεί, να έχει την ιδιότητα του μέλους του Σωματείου
και
β) η ετήσια εισφορά προς το Σωματείο, να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμος.
Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι με την αίτηση επανεγγραφής παλαιού διαγεγραμμένου μέλους του Σωματείου, η ιδιότητα του μέλους αναβιώνει και συνεπώς συνεχίζεται από την 1η εγγραφή του στο Σωματείο, δεν μπορούν να ζητηθούν ετήσιες εισφορές από τη χρονική στιγμή της διαγραφής μέχρι και σήμερα, καθότι οι εισφορές αυτές δεν έχουν καταστεί απαιτητές και συνεπώς ληξιπρόθεσμες.
Το άρ.4 του από 1972 Καταστατικού του Σωματείου αναφέρει ρητά ότι το μέλος που επανεγγράφεται πρέπει να καταβάλει μόνο τις καθυστερούμενες εισφορές και όχι όλες τις εισφορές. Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση της αναβιώσεως της ιδιότητας του μέλους, δεν οφείλονται οι ετήσιες εισφορές προς το Σωματείο από τη διαγραφή του μέχρι την επανεγγραφή.
Επιπλέον, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, τα μέλη του Δ.Σ. δεν δικαιούνται να αποφασίσουν για οποιοδήποτε θέμα που αφορά το Σωματείο, όπως επίσης και επί της επανεγγραφής, από τη στιγμή που έχουν παυθεί και κηρυχθεί έκπτωτα, με την από 28.03.2015 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μελών.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, θα πρέπει να οριστεί Προσωρινή Διοίκηση του Σωματείου από το Δικαστήριο, η οποία νομιμοποιείται για τη λήψη της απόφασης αυτής. Εν τέλει, όμως, το κυρίαρχο όργανο κάθε Ενώσεως Προσώπων (Σωματείου), όπως και στην προκειμένη περίπτωση του Σωματείου αυτού, πρέπει να αποφασίσει επί του θέματος, σύμφωνα με τα άρθρα 86, 88 και 93εδ.β’ΑΚ.










Σχόλια:
0 σχόλια:
Τα σχόλια θα αναρτώνται εφόσον υπάρχει Όνομα και Επίθετο σχολιαστή, σε διαφορετική περίπτωση (ψευδώνυμο ή ανώνυμα) θα διαγράφονται αυτόματα από το σύστημα.