Περπατάμε στα παραδοσιακά χωριά, χαιρόμαστε τη φύση, ανακαλύπτουμε το λιγότερο προβεβλημένο πρόσωπο της γοητευτικής Κυκλαδίτισσας.

Την Τήνο τη γνώρισα πολύ νωρίς. Είναι τόπος καταγωγής του ενός παππού μου, γι’ αυτό όσο ήμουν παιδί ένιωθα ότι είναι το 1/4 της ύπαρξής μου, τόσο σημαντική. Αλλά την ίδια στιγμή και λίγο ξένη. Την επισκεπτόμουν δύο βδομάδες το χρόνο και έμενα στο σπίτι της γιαγιάς μου. Κοιμόμουν σε ένα κρεβάτι με χνουδάκια τσόχινης κουβέρτας και μια ενοχλητική μυρωδιά από τα πολλά σκυλιά της, ξυπνούσα και την έβλεπα να στεγνώνει με το πιστολάκι τα κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά της. Hταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με κόμη παιδούλας και χαρακτήρα... περιχαρακωμένης γλύκας, καλή, αλλά απόλυτη, ευαίσθητη αλλά αυστηρή, υπερβολικά θρησκευόμενη, αλλά και με έναν δυτικότροπο ορθολογισμό. Στο μυαλό μου ήταν μια ενδιαφέρουσα, ανορθόδοξη απόληξη του μικρόκοσμου απ’ τον οποίο προερχόμουν. O,τι ακριβώς και η Τήνος: ένα νησί πανέμορφο, που όμως έκρυβε τα κάλλη του κάτω από τον φερετζέ, με έντονο θρησκευτικό στοιχείο και φανατική πίστη, αλλά και με κριτικό πνεύμα, με μια προβεβλημένη εκκλησία στη Χώρα και πολλές άσημες, με περίεργα ονόματα, στα άπειρα χωριά της ενδοχώρας. Είχα ακούσει πολλά γι’ αυτά τα χωριά, αλλά τα περισσότερα δεν τα είχα δει ούτε τα είχα περπατήσει. Η γνωριμία με έναν σύλλογο ζωηρών μεσήλικων πεζοπόρων ήταν η ευκαιρία μου να το κάνω.

Λουτρά, Περάστρα, Κώμη

Ξεκινάμε από τα Λουτρά, ένα χωριό που βρίσκεται στο κέντρο του νησιού, σε μια νοητή ευθεία βόρεια της Χώρας, με πολύ λίγους κατοίκους το χειμώνα. Είναι καθαρό, ήσυχο και -όπως πολλά χωριά της Τήνου- καθολικό. Το Μοναστήρι των Ιησουιτών είναι κλειστό, στη Μονή-Σχολή των Ουρσουλινών, όμως, έχουμε κανονίσει να μπούμε. Για την ιστορία, οι Ουρσουλίνες ξεκίνησαν ως «κοινότητα» το 1535, ενώ κάποιες δεκαετίες αργότερα έγιναν μοναχικό τάγμα. Στην Τήνο -και αφού είχαν ήδη φτάσει στη Νάξο- ήρθαν το 1862. Το συγκρότημά τους στα Λουτρά είναι τεράστιο, πολυώροφο και γεμάτο δωμάτια: υφαντικής, φυσικής ιστορίας, φαρμακείου, αναρρωτηρίου, όπου «υπήρχε ακόμη και μοναχή-γιατρός», όπως μας λέει ο ξεναγός μας. Βλέπω κάρτες και ζωγραφιές κολλημένες στους τοίχους, κοιτώνες με μικρά στρωμένα κρεβατάκια, μια απολιθωμένη ντουσιέρα που λειτουργούσε με κάρβουνο, ένα χειροκίνητο ασανσέρ με το οποίο ανεβοκατέβαιναν τα φαγητά, μια συλλογή από παλιές φωτογραφικές μηχανές. Το τέως βασίλειο των υπερδραστήριων μοναχών δίνει την εντύπωση ότι αποτελούσε πεδίο ευρείας καλλιέργειας για τις Τηνιακές (και όχι μόνο) κορασίδες που φοιτούσαν εκεί, έστω και αν η εκπαίδευση περνούσε μέσα από ένα παγιωμένο θρησκευτικό πρίσμα. Σήμερα, η μία και μοναδική Ουρσουλίνα μένει στη Χώρα της Τήνου.

Αφήνουμε πίσω μας τα ψήγματα μιας περασμένης μοναστικής ζωής και περνάμε στις τσαχπινιές της άνοιξης: λεμονιές, αγκιναροχώραφα, συκιές, βελανιδιές. Η ρεματιά της Περάστρας είναι τοπίο παραδείσιο, μόνο τα ουρί τής λείπουν... Κατηφορίζουμε το μονοπάτι προς το χωριό, που -όπως λέει και το όνομά του- λειτουργούσε ως πέρασμα. Φτάνοντας βρίσκουμε δύο ψυχές, έναν μαγκουροφόρο γέρο και μια μεγάλης ηλικίας κυρία, πολύ ζωντανή όμως, με ντύσιμο δεκαετίας ’70 -ροζ πουλόβερ και μια χοντρή ζώνη με μεταλλικές οπές-, η οποία φτιάχνει παραδοσιακά γλυκά. Είναι και οι δύο γλυκύτατοι και πολύ μόνοι - το χειμώνα, όπως μας λένε, στο χωριό μένουν δώδεκα άτομα. Λίγο μετά την Περάστρα, στο χωριό Κώμη, η καθολική ενοριακή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Αποκεφαλιστή είναι μεγαλοπρεπής, σε τραβάει να κάτσεις να την παρατηρήσεις, όμως η στιγμή είναι η πλέον ακατάλληλη για να κάνεις τον τουρίστα. Στην εκκλησία μπαίνει μια αντρική πομπή που βαστάει στα χέρια ένα φέρετρο. Απομακρυνόμαστε... σιωπηλά και σβέλτα!

Και τα τρία χωριά ήταν έκπληξη. Αν έχετε κέφι για περπάτημα, επισκεφτείτε τα όπως εμείς, υπό μορφήν οδοιπορικού, μέσα από τα μονοπάτια. Θα βρεθείτε στην καρδιά της Τήνου και θα δείτε με τα μάτια σας την πρώτη ύλη απ’ την οποία είναι φτιαγμένη: ευλαβικά χωριουδάκια με γλυσίνες και λεμονιές και μια ρεματιά βομβαρδισμένη με βελανίδια.

Ζωγράφοι και γλύπτες στον Πύργο

Αφήνουμε το κέντρο του νησιού και κατευθυνόμαστε βορειοδυτικά με προορισμό τον Πύργο. Αλλη σελίδα αυτή. Σ’ ένα από τα διασημότερα χωριά της Τήνου πρωταγωνιστές δεν είναι οι λεμονιές και οι βελανιδιές, αλλά οι ζωγράφοι και οι γλύπτες. Από τον Πύργο κατάγεται μια σειρά καλλιτεχνών, ο Δημήτρης Φιλιππότης, ο Νικηφόρος Λύτρας και φυσικά ο Γιαννούλης Χαλεπάς· ο μεγαλύτερος γλύπτης της νεότερης Ελλάδας, ο τρελός του χωριού, ο υπότροφος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και ο βοσκός που ονομάτιζε τους μύλους, ο πατέρας της Κοιμωμένης και γιος μιας δογματικής μητέρας ο οποίος άνθησε όταν εκείνη πέθανε, ο γεράκος με το στεφανωμένο άσπρο κεφαλάκι, με τις πρωτοπόρους σκέψεις, που προσπαθούσε να βρει ευκαιρία να τις εκφράσει στα διάκενα της ζωής του, όταν δεν βρισκόταν στο ψυχιατρείο Κέρκυρας ή στην καταπιεστική οικογενειακή εστία. Το σπίτι του θα το δείτε δίπλα στο Μουσείο Πανορμιτών Καλλιτεχνών. Είναι ένα απλό σπίτι, σαν λευκός κύβος, με μπλε παντζούρια και μια σημαία που ανεμίζει απέξω.  Φεύγουμε από τον Πύργο γεμάτοι από τον πλούτο που εμπεριέχει αυτό το χωριό και επιστρέφουμε στα δικά μας. Στις πεζοπορίες μας.

Στα μονοπάτια 

Είναι λίγο δύσκολο να περιγραφούν όλα όσα ζήσαμε μέσα στις τρεις μέρες του ταξιδιού, οι εικόνες ήταν πυκνές και ο αρχηγός δεν άφηνε να χαθεί ούτε μία. Μπήκαμε και βγήκαμε αρκετές φορές, σαν σκίουροι, στα φυτεμένα και τα πλακόστρωτα μονοπάτια, για να περάσουμε απ’ το ένα χωριό στο άλλο, ποδοπατήσαμε τη φύση στο μονοπάτι ανάμεσα σε Μουντάδο και Σμπεράδο («όχι, ρε παιδιά, και στην Τήνο ζούγκλα, αν είναι δυνατόν...», αγανάκτησε κάποιος), καταλήξαμε στον Τριπόταμο για να φιλευτούμε χουρμάδες από την κ. Μαρία, που εμφανίστηκε από το πουθενά με το δίσκο, λες και είχαμε ραντεβού.

Είδαμε τις πιο παράδοξες εκκλησίες, τη φοβερή καθολική Παναγία της Κιουράς στην Καρδιανή (ένα χωριό μισό ορθόδοξο, μισό καθολικό) και τον καθολικό ναό του Αγίου Μιχαήλ, στον Ταραμπάδο, με τις πολλές καμάρες. Περάσαμε από τα Μοναστήρια, ένα εγκαταλελειμμένο χωριό γεμάτο χαλάσματα καφέ αποχρώσεων, την αρμονία των οποίων σπάει ο καλοδιατηρημένος λευκός Αγιος Ιωσήφ, που είναι στολισμένος με (φρέσκα... αυτό είναι το εντυπωσιακό) γαρίφαλα. Περπατήσαμε μέσα από λιβάδια με μοβ άνθη, αλλά και από το «πετρόδασος» του Βώλακα με τους εξωγήινους γρανιτένιους βράχους.

Δεν δώσαμε καμία σημασία στο μικρό Καθλικάδο, γιατί βιαζόμασταν, αλλά κάτσαμε αρκετή ώρα στον Φαλατάδο με το ανοιχτό καφενείο, που φαντάζει σαν μάννα εξ ουρανού στους πονεμένους πεζοπόρους που θέλουν καφέ και καμιά σοκολάτα για να πάρουν ενέργεια. Μπήκαμε σε ένα χωριό με αμφιλεγόμενο όνομα, κάποιοι το λένε Αγάπι (ουδέτερο), άλλοι Αγάπη (θηλυκό) -  επιλέξαμε, φυσικά, τη δεύτερη ονομασία.

Ιδιαίτερο χωριό η Αγάπη, αποπνέει μια θαλπωρή αλλά και μια κατατονία, σαν να βιώνει μια ήπιας μορφής κατάθλιψη. Ηπιαμε σπιτική λεμονάδα στην πλατεία των Δύο Χωριών από (ακόμη μία) υπερφιλόξενη κάτοικο που εμφανίστηκε από το πουθενά με το μπουκάλι και τα ποτήρια, φωτογραφίσαμε έναν -ντυμένο με τα κοσμικά του- χαρούμενο παπά με μπερέ και άσπρα γένια στην Ξινάρα, σκαρφαλώσαμε μέχρι την κορυφή του Ξώμπουργκου και ατενίσαμε την πλάση. Πεζοπορήσαμε στον Μπερδεμιάρο, καθίσαμε για φαγητό στον Τριαντάρο, είδαμε σπουργίτια να φλερτάρουν με τους περιστεριώνες σε διάφορα σημεία του νησιού.   

Η Τήνος αποδείχτηκε εξαντλητική και ανεξάντλητη! Ενα νησί καλυμμένο με δαντελένιο πέπλο, σαν αυτά που φορούσαν οι μαυροντυμένες Σπανιόλες νύφες παλιά· θέλει ψάξιμο, ανέβασμα, κατέβασμα, διάβασμα γύρω από την ιστορία του, έτσι ώστε να το καταλάβει κανείς συνολικά, να σκαλίσει την ντροπαλότητά του και να δει τι υπάρχει από κάτω. Το καλοκαίρι δεν ενδείκνυται για εξερεύνηση, έχει πολύ αέρα και απαγορευτική ζέστη για τα μονοπάτια - οι καλύτερες εποχές για μια πεζοπορία στην Τήνο είναι το φθινόπωρο και η άνοιξη. Αξίζει τον κόπο. Και για τους πρωτάρηδες που δεν έχουν καμία εικόνα ενός από τα πιο εύφορα νησιά των Κυκλάδων, και για μας, που νομίζαμε ότι το γνωρίζουμε και τελικά... δεν είχαμε ιδέα.

Σχόλια:

0 σχόλια:

Τα σχόλια θα αναρτώνται εφόσον υπάρχει Όνομα και Επίθετο σχολιαστή, σε διαφορετική περίπτωση (ψευδώνυμο ή ανώνυμα) θα διαγράφονται αυτόματα από το σύστημα.