Τέλη Νοεμβρίου αρχές Δεκεμβρίου .. Πολλές νύχτες έβλεπα τον Μάρκο στο λιμανάκι του όρμου σταυρού που έδενε το βαρκάκι του κάθε βραδύ κάτω από το εκκλησάκι..
Εκεί έστρωνε καμία φορά με μπονάτσα πάνο στο μικρό πλοράκι και έγερνε να τον νανουρίσει το μπότζι τις βάρκας σαν να χόρευε από το κούνημα μόνο τρις σπιθαμές ψιλότερα από το κύμα, κοιτώντας ψιλά τον ουρανό βλέποντας τα άστρα και μελετώντας την Πούλια Αλά και όλα τα μυστήρια του ουρανού.. Πολλές φορές έβλεπε ανοικτά το πέλαγος έξω από το άνοιγμα του μόλου ένα μελαγχολικό φως η κανδήλι, η φανό, η λαμπάδα, η Άστρο πεσμένο να τρεμοφέγγει στο βάθος της μελανωμένης εικόνας ίσια με το κύμα και να στέκι κει επί ώρες ακίνητο… Έβλεπε βραδιές τώρα το παράδοξο εκείνο απομακρυσμένο φως να τρέμει και να φεγγη το πέλαγος ενώ ήξερε πώς δεν υπάρχει κει κανένας φάρος..
Εκεί έστρωνε καμία φορά με μπονάτσα πάνο στο μικρό πλοράκι και έγερνε να τον νανουρίσει το μπότζι τις βάρκας σαν να χόρευε από το κούνημα μόνο τρις σπιθαμές ψιλότερα από το κύμα, κοιτώντας ψιλά τον ουρανό βλέποντας τα άστρα και μελετώντας την Πούλια Αλά και όλα τα μυστήρια του ουρανού.. Πολλές φορές έβλεπε ανοικτά το πέλαγος έξω από το άνοιγμα του μόλου ένα μελαγχολικό φως η κανδήλι, η φανό, η λαμπάδα, η Άστρο πεσμένο να τρεμοφέγγει στο βάθος της μελανωμένης εικόνας ίσια με το κύμα και να στέκι κει επί ώρες ακίνητο… Έβλεπε βραδιές τώρα το παράδοξο εκείνο απομακρυσμένο φως να τρέμει και να φεγγη το πέλαγος ενώ ήξερε πώς δεν υπάρχει κει κανένας φάρος..
Τι λοιπόν ήταν το φως εκείνο??? Αισθάνθηκε επιθυμία επειδή καθημερινά περνούσε με την βάρκα του κοντά από εκείνο το σημείο και δεν έβλεπε κανένα ίχνος την ημέρα που να εξηγεί την παρουσία του φωτός την νύχτα.. Έτσι το αποφάσισε να δη τη είναι και στην ανάγκη να το κυνηγήσει το μυστηριώδες φως.. Κάλεσε φίλο καλό και αφού του διηγήθηκε το νυχτερινό όραμα του αποφάσισαν να πάνε μαζί παρέα …. Ξεκίνησαν μία νύχτα όταν η σελήνη ήταν εννέα ημερών και η δύση του θα ήταν περίπου μετά τα μεσάνυχτα..
Το φως εφαίνετο να είναι ακίνητο σαν καρφωμένο ενώ το φεγγάρι αυτός ο πύρινος κολοβός δίσκος κατέβαινε ήρεμα προς δυσμάς κ΄ έμελλε να κρυφτεί πίσω από το βουνό της Γαστριότησας …. Όσο έπλεαν με την βάρκα ,τόσο τους έφευγε, χωρίς να κινείται οφθαλμοφανώς ο μυστηριώδη πυρσός…
Έβαλαν δύναμη στα κουπιά το φως ώμος μάκραινε ολοένα και πιο πολύ δεν μπορούσαν να το φθάσουν.. Τέλος το έχασαν από τα μάτια τους.. Ο Μάρκος με τον φίλο του έκαναν πολλούς σταυρούς και αντήλλαξαν λίγες μόνο λέξεις..Δεν είναι φανάρι δεν είναι καΐκι, όχι… Και τι είναι ?Είναι….. Ο φίλος του δεν ήξερε τι να πει.. Πέντε μέρες οι δυο τους επεχείρησαν εκ νέου την εκδρομή αυτή… Πάντοτε έβλεπαν την μυστηριώδη λάμψη να χορεύει στα κύματα και όσο το πλησίαζαν τόσο το όραμα έφευγε και τέλος αγίνωτο άφαντος … Εγώ και ίσως κάποιοι άλλοι να είχαν παρατηρήσει τις επανειλημμένες νυχτερινές εκδρομές των δύο φίλων με την βάρκα..
Μια νύχτα ο Μάρκος και ο φίλος του ατιμάζονταν να λύσουν την βάρκα και να κωπηλατήσουν για να κυνηγήσουν το ασύλληπτο θήραμα τους.. Έτρεξα κοντά τους…. Για πού αν θέλει ο Θεός, παιδιά τους φώναξα.. Είναι βραδιές τώρα πού τρέχετε έξω από το λιμάνι, χωρίς να ψαρεύετε χωρίς να πηγαίνετε για πυροφάνι.. Μήπως ονειρευτήκατε κανένα θησαυρό?? . ΕΕΕΕΕ φωνάζει στον φίλο του ο Μάρκος μη μιλάς εσύ.. Και ο Μάρκος δεν δίστασε να διηγηθεί το όραμα του. Άκουσα με προσοχή μετά γέλασα…
Ακούστε να σας πω παιδία, θα σας διηγηθώ κάτι που συνέβη πολύ παλιότερα. Εδώ κάτω από το εκκλησάκι κατοικούσε μια κόρη η Λουλούδω έτσι την είχαν ονοματίσει για την ομορφιά τις έλαμπε ο ήλιος έλαμπε κι αυτή μαζί με τον πατέρα της τον Θηρέα όπου κυνηγούσε όλους τους Δράκους και τα Στοιχειά με την ασημένια σαΐτα και με φαρμακωμένα βέλη.. Ένα Βασιλόπουλο από τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω.. Της έδωσε το δαχτυλίδι του, κ΄ εκίνησε να πάει στο σεφέρι και της έταξε με όρκο ότι άμα νικήσει τους βαρβάρους, την ημέρα πού θα γεννηθεί ο Χριστός, θα έρθει να την στεφανωθεί.. Επήγε το βασιλόπουλο.. Έμεινε η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυα της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της, και την προσευχή στα ουράνια, να βγει νικητής το βασιλόπουλο να έρθει η μέρα που θα γεννηθεί ο Χρηστός να γυρίσει να την στεφανωθεί… Έφτασε η μέρα πού ο Χριστός γεννάται να τώρα θα ΄ρθει το βασιλόπουλο να πάρει την Λουλούδω!!
Ήρθαν οι βοσκοί δυο γέροι με μακριά άσπρα μαλλιά με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, έπεσαν και προσκύνησαν το θείο βρέφος, Είχαν ακούσει αγγελούδια που έψαλλαν Δόξα εν υψίστοις Θεώ.. Να τώρα θα ΄ρθει το βασιλόπουλο να πάρει την Λουλούδω!! Έφτασαν κ΄οι τρείς Μάγοι καβάλα στις καμήλες τους.. Είχαν χρυσές μίτρες στο κεφάλι, ένα λαμπρό χρυσό αστέρι χαμήλωσε και κάθισε στη σκεπή της Σπηλιάς και έλαμπε με γλυκό ουράνιο φώς που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι, οι τρείς βασιλικοί γέροι έπεσαν και προσκύνησαν το παιδί, πρόσφεραν δώρα, χρυσό Λίβανο και σμύρνα … Να τώρα θα ΄ρθει το βασιλόπουλο να πάρει την Λουλούδω!!
Πέρασαν τα Χριστούγεννα τελείωσε το μυστήριο έγινε η σωτηρία και το βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρει την Λουλούδω!!! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το βασιλόπουλο… Τα δάκρυα της κόρης πίκραναν το κύμα τ΄ αρμυρό, οι αναστεναγμοί της διαλύθηκαν στον αέρα, κι η προσευχή της έπεσε πίσω στη Γή, χωρίς να φθάσει στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου … Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε στα βράχια όπου το λένε το Άνθος του Γιαλού, αλλά μάτι ανθρώπου δεν το βλέπει… Και το Βασιλόπουλο που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων παρακάλεσε να γίνει Σπίθα, φωτιά του πελάγους, για να φτάσει εγκαίρως, ως την ημέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξει τον όρκο του που είχε δώσει στη Λουλούδω!! Μερικοί λένε πώς το Άνθος του Γιαλού έγινε ανθός, αφρός του κύματος.. Κ΄η Σπίθα εκείνη, η φωτιά του πελάγου που είδες φίλε μου Μάρκο είναι η ψυχή του Βασιλόπουλου, που έλιωνε, σβήστηκε και κανείς δεν την βλέπει πια παρά μόνο όσοι είναι ΚΑΘΑΡΟΙ και ΕΛΑΦΡΟΙΣΚΙΩΤΟΙ στα χρόνια μας!!......
Δημήτριος Ψαραδέλης ο Τήνιος












Σχόλια: