Η ενότητα αυτή ασχολείται με τις λέξεις και εκφράσεις του νησιού
μας. Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα "Περί Τήνου" που
εκδίδει η Αδελφότητα των Τηνίων εν Αθήναις κάτω από το γενικό τίτλο
"Η ΤΗΝΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟ ΤΑΞΙ∆Ι ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥ ΤΗΝΙΑΚΟΥ Ι∆ΙΩΜΑΤΟΣ."
αν και μπορεί να έχουν γίνει κάποιες αλλαγές και προσθήκες.
Κατραμπούφα (η) : Μια κορνίζα για το μέλι
Ως γνωστόν οι μάσκες πέφτουν στο τέλος της Αποκριάς.
Υπάρχει όμως μια μάσκα που φοριέται όλο το χρόνο η οποία κρίνεται ως
απαραίτητη και σωτήρια από μία ομάδα Τηνιακών. Μιλάμε για το προσωπείο
που προφυλάσσει τους μελισσοκόμους από τα αυτοκτονικά τσιμπήματα των
μελισσών. Εδώ στην Τήνο το λέμε Κατραμπούφα. Το γνωστό κάλυμμα
του κεφαλιού και του πάνω μέρους του σώματος με την σίτα στο πρόσωπο.
Πρόκειται λέξη με ιδιαίτερη σημασία όπως θα καταλάβετε διαβάζοντας
παρακάτω.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν τη βρήκα σε κανένα
λεξικό είτε γραπτό είτε ηλεκτρονικό. Μια έρευνα στο τεράστιο ψαχτήρι
του γκούγκλ (google) μου έβγαλε μόνο δύο αποτελέσματα και αυτά από την
ιστοσελίδα του Μελισσοκομικού Συνεταιρισμού Τήνου . Τέλος δεν
ανακάλυψα πουθενά αλλού να την αποκαλούν έτσι, είτε σε νησί των
Κυκλάδων είτε στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Όπως μου επεσήμαναν, είχα γράψει εσφαλμένα,στο
άρθρο της εφημερίδας, ότι δεν υπάρχει ούτε στο Τηνιακό Γλωσσάρι του Γ.
Δώριζα. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει στη σελ. 39 αρ. 58 αλλά έχει
τοποθετηθεί σε λάθος αλφαβητική σειρά δύο σελίδες πριν από εκεί όπου θα
έπρεπε να βρίσκεται. Το λάθος είναι το ίδιο και στις δύο εκδόσεις του
βιβλίου παλιά και νέα. Οπότε ευλόγως δεν την πρόσεξα. Μικρό το κακό
όμως.
Πριν καυχηθούμε ότι φέρει αποκλειστικά Τηνιακά διαπιστευτήρια, θα πρέπει να την ψάξουμε λίγο πρώτα.
Η κατραμπούφα είναι σύνθετη λέξη. Τα δύο συστατικά της είναι η κάτρα και η μπούφα. Ας αρχίσουμε από το τελευταίο. Η μπούφα είναι το κινητό τμήμα του κράνους που προστατεύει το πρόσωπο και προέρχεται από τη βενετική λέξη bufa ή την ιταλική αντίστοιχη με δύο ff “buffa.
Ερμηνεία της βρήκα στο διαδίκτυο ως εξής “Cappucio che ricopre anche il
viso, con due fori per gli occhi, ” δηλαδή «Κάλυμμα κεφαλής που
καλύπτει και το πρόσωπο, με δύο τρύπες για τα μάτια», καθώς και στο
Λεξικό Μεσαιωνικής Ελληνικής του Εμμ.Κριαρά ως «Κινητό τμήμα του κράνους
που προστατεύει το πρόσωπο» όπως αναφέρεται στην κωμωδία της Κρητικής
Λογοτεχνίας «Φορτουνάτος» του Μάρκου Αντωνίου Φωσκόλου.
Το δεύτερο μέρος της λέξης η κάτρα με παίδεψε περισσότερο. Στην Εξω Μεριά η λέξη κάτρα χρησιμοποιείται για τη γυναίκα που είναι ζαβή, απονήρευτη, αγαθιάρα. Ένας φίλος Θεσσαλός μου είπε ότι στα μέρη του κάτρα είναι το πρόσωπο, η μούρη. Αυτό που εμείς οι χαμουτζήδες λέμε εδώ κάτω κούτρα.
Δεν τη συνάντησα κάπου αλλού οπότε ελλείψει ενδείξεων ή αποδείξεων δεν
μπορούσα να βρω ικανοποιητική λογική προσέγγιση. Αυτά, μέχρι που έπεσε
το μάτι μου στο 1ο τεύχος από τα Τετράδια της Έξωμεριάς την έκδοση των οποίων επιμελείται ο Κώστας Δανούσης με χρονολογία το 2009. Σε άρθρο που γράφει ο ίδιος για το Λιμάνι του Πανόρμου το 1840 αναφέρει ότι μεταξύ των μαρμάρων που εξάγονται είναι και οι κατηγορίες Κάτρα και Κατρέτα. Εξηγεί επιπλέον στην υποσημείωση σελ.76 ότι πρόκειται για τετράγωνες πλάκες μαρμάρου που και σήμερα αποκαλούνται κάντρα, από το Ιταλικό quadro . Κατρέτα=μικρά κάντρα. Με
την παραπάνω προσθήκη «το γλυκό άρχισε να δένει καλύτερα». To quadro
στην Ιταλική έχει μεταξύ άλλων την έννοια του πλαισίου, της κορνίζας,
και γενικά αντικειμένου τετραγώνου σχήματος. Μέσω της Βενετικής
διαλέκτου εμείς πήραμε το κάντρο ήδη από τα χρόνια του ύστερου Μεσαίωνα. Μετά ήρθε το κάδρο
ως λόγια επίδραση, πάλι εννοώντας την κορνίζα, και το πλαίσιο, ενώ στις
ημέρες μας παίζει και στον κινηματογράφο με την έννοια των εικόνων που
περικλείονται σε ένα οπτικό παραλληλόγραμμο.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, κατραμπούφα είναι το κάλυμμα
του κεφαλιού με πλαίσιο, το κράνος με το τετράγωνο ή ακόμα πιο
λογοτεχνικά η τετράγωνη μάσκα της κεφαλής. Η συμπαθής τάξη των Τηνιακών
μελισσοκόμων της ανταπέδωσε την προστασία και με το παραπάνω. Όχι μόνο
τη διατήρησε ζωντανή στο καθημερινό λεξιλόγιο, αλλά της έδωσε
,παράλληλα, την ξεχωριστή σημασία να αποτελεί ένα από τα λίγα
«ενδημικά» είδη του Τηνιακού ιδιώματος.
Τ.Β.
Πηγή : steni-tinos.gr












Σχόλια: